Κυστική ίνωση: Τι είναι, πώς εκδηλώνεται και πώς αντιμετωπίζεται

Η κυστική ίνωση είναι μια χρόνια, κληρονομούμενη νόσος, με σημαντικό αντίκτυπο στην καθημερινότητα του πάσχοντα. Η σοβαρότητά της μειώνει το προσδόκιμο ζωής, αν και τα τελευταία χρόνια οι νέες θεραπείες όχι μόνο βελτιώνουν την κατάσταση του ασθενούς, αλλά μπορούν και να «παγώσουν» την εξέλιξη της νόσου.

Αξίζει να σημειωθεί ότι πρόκειται για το συχνότερο κληρονομικό νόσημα των Καυκάσιων, το οποίο εμφανίζεται σε 1 στις 3.200 γεννήσεις, ενώ στην Ελλάδα οι φορείς αποτελούν περίπου το 4% του πληθυσμού. Συνεπώς, είναι το δεύτερο σε συχνότητα φορέων γενετικό νόσημα του ελληνικού πληθυσμού, μετά τη Μεσογειακή Αναιμία. Ωστόσο, λόγω της πολιτικής πρόληψης της Μεσογειακής Αναιμίας που έχει εφαρμοστεί στη χώρα μας, η κυστική ίνωση αποτελεί το πρώτο γενετικό νόσημα σε αριθμό γέννησης πασχόντων παιδιών (1 στις 2.500 γεννήσεις).

Πότε εκδηλώνεται και σε τι οφείλεται

Συνήθως η κυστική ίνωση εκδηλώνεται στο πρώτο έτος ζωής ενός παιδιού, αλλά μπορεί να εμφανιστεί και τα επόμενα χρόνια, ενώ εξελίσσεται προοδευτικά. Η νόσος οφείλεται σε μεταλλάξεις του γονιδίου CFTR. Κάθε άνθρωπος έχει 2 αντίγραφα του γονιδίου CFTR, ένα μητρικής και ένα πατρικής προέλευσης. Η κυστική ίνωση κληρονομείται με αυτοσωμικό υπολειπόμενο τρόπο, δηλαδή ένα άτομο για να νοσεί θα πρέπει και τα δύο αντίγραφα του CFTR  γονιδίου να φέρουν μετάλλαξη. Αν δύο γονείς έχουν ένα φυσιολογικό και ένα μεταλλαγμένο γονίδιο τότε ονομάζονται φορείς και δε νοσούν αλλά κάθε παιδί τους έχει 25% πιθανότητα (1 στα 4) να κληρονομήσει τα δύο μεταλλαγμένα γονίδια και να πάσχει. Στο γονίδιο της κυστικής ίνωσης έχουν ταυτοποιηθεί πάνω από 2.000 μεταλλάξεις. Η πιο συχνή από αυτές εμφανίζεται στο 50% των φορέων και είναι η ΔF508.

Οι φορείς μεταλλάξεων κυστικής ίνωσης συνήθως δεν εμφανίζουν συμπτώματα της νόσου (εκτός από περιπτώσεις στις οποίες οι άνδρες φορείς εμφανίζουν συγγενή αμφοτερόπλευρη απουσία σπερματοδόχου πόρου (CBAVD) με εικόνα αποφρακτικής αζωο-ολιγοσπερμίας) γεγονός που δυσχεραίνει τη διάγνωσή τους.

Ανάλογα με τις μεταλλάξεις μπορεί η κυστική ίνωση να είναι πιο ήπια ή πιο βαριά.

Τα χαρακτηριστικά

Οι πάσχοντες εμφανίζουν ποικίλα κλινικά συμπτώματα που σχετίζονται με τους πνεύμονες, το πάγκρεας και το συκώτι και έχουν μειωμένη διάρκεια ζωής. Τα βασικά χαρακτηριστικά της νόσου είναι η παραγωγή ιδρώτα με υψηλή περιεκτικότητα σε ηλεκτρολύτες, αλλά και η παραγωγή περισσότερης κολλώδους βλέννας. Δυνητικά η κυστική ίνωση μπορεί να επηρεάσει κάθε όργανο του σώματος, κυρίως όμως αφήνει το αποτύπωμά της στο αναπνευστικό, προκαλώντας χρόνια βρογχίτιδα, στο πάγκρεας, με πιθανές συνέπειες την παγκρεατική ανεπάρκεια, την παγκρεατίτιδα και τον νεανικό διαβήτη και λιγότερο συχνά στο έντερο και στο ήπαρ. Η παχύρρευστη βλέννα στο αναπνευστικό είναι η αιτία για τις επαναλαμβανόμενες λοιμώξεις, ενώ η δράση της στο πάγκρεας και στο ήπαρ έχει ως συνέπεια να μην μπορούν να απορροφηθούν τα θρεπτικά συστατικά των τροφών και να προκαλούνται προβλήματα στην ανάπτυξη του παιδιού. Η δε παραγωγή ιδρώτα με υψηλή περιεκτικότητα σε χλώριο και νάτριο μπορεί να αφυδατώσει το παιδί ειδικά σε πολύ ζεστές ημέρες.

Τα συμπτώματα της κυστικής ίνωσης

Σημάδια που πρέπει να θορυβήσουν τους γονείς είναι τα χρόνια προβλήματα στο αναπνευστικό ή προβλήματα που υποτροπιάζουν συχνά, με πιο βασικό τον βήχα. Επίσης, η θορυβώδης αναπνοή, οι επαναλαμβανόμενες λοιμώξεις του κατώτερου αναπνευστικού, οι συχνές λοιμώξεις των παραρρίνιων κόλπων, η αλμυρή γεύση του ιδρώτα και οι διαταραχές κενώσεων (μαλακές, λιπαρές και ογκώδεις) είναι μερικά από τα πιο χαρακτηριστικά συμπτώματα της κυστικής ίνωσης. Επίσης, όταν το παιδί, ενώ τρέφεται κανονικά, δεν παίρνει βάρος, θα πρέπει να χτυπήσει… καμπανάκι.

Διάγνωση και γενετικός έλεγχος

Η διάγνωση μπορεί να γίνει ακόμα και προγεννητικά, εφόσον διαπιστωθεί με έλεγχο DNA πως ένας ή και οι δύο γονείς είναι φορείς της νόσου. Τότε ελέγχεται και το έμβρυο, που σε περίπτωση κυστικής ίνωσης μπορεί να παρουσιάζει παθολογία στο έντερο. ΣτηEurogenetica διενεργείταιγενετικός έλεγχος σε ζευγάρια με αναπαραγωγικά προβλήματα (πολλαπλές αποβολές, αδυναμία φυσιολογικής σύλληψης, αποτυχημένες προσπάθειες εξωσωματικής γονιμοποίησης, κ.α.), ο οποίος σχεδιάζεται βάσει της κλινικής γενετικής αξιολόγησης του ιστορικού του κάθε ζευγαριού. Επίσης, διενεργείται προγεννητικός γενετικός έλεγχος για να εντοπιστούν χρωμοσωματικές ανωμαλίες ή και γονιδιακές μεταλλάξεις στο έμβρυο, μεταξύ των οποίων και οι μεταλλάξεις που προκαλούν την κυστική ίνωση.

Μετά τη γέννηση υπάρχουν τρόποι για να διερευνηθεί το ενδεχόμενο το νεογνό να πάσχει από κυστική ίνωση. Για παράδειγμα το screening μεταβολικών νοσημάτων που μπορεί να δείξει μια παθολογική τιμή στο ανοσοθρυψινογόνο (IRT) παραπέμπει σε αυξημένο ενδεχόμενο κυστικής ίνωσης, χωρίς όμως να είναι το απόλυτο διαγνωστικό εργαλείο.

Το πιο αξιόπιστο διαγνωστικό μέσο είναι το τεστ ιδρώτα που μετρά το χλώριο στον ιδρώτα του παιδιού. Εφόσον αυτό είναι αυξημένο, θα απαιτηθούν επιπλέον εξετάσεις και γενετικός έλεγχος, ώστε να εντοπιστούν πιθανές παθολογικές μεταλλάξεις που θα καθορίσουν και τα επόμενα βήματα της οικογένειας.

Στα εργαστήρια της Eurogenetica διεξάγεται ειδική εξέταση γονιδιακού προδιαθετικού ελέγχου (DNA) στα παιδιά, η οποία παρέχει πολύτιμες πληροφορίες για το γονιδιακό του προφίλ. Το test λειτουργεί ως οδηγός για τον γονιό και τον παιδίατρο σχετικά με την πρόληψη και τη σωστή διαχείριση των γενετικών αδυναμιών. Με το test ανιχνεύεται, μεταξύ άλλων, και κάθε μετάλλαξη που ευθύνεται για την εκδήλωση της κυστικής ίνωσης.

Συνολικά υπάρχουν τα ακόλουθα πακέτα εξετάσεων για ανίχνευση μεταλλάξεων στο γονίδιο CFTR της κυστικής ίνωσης:

  1. Έλεγχος για την πιο συχνή μετάλλαξη ΔF508

  2. Έλεγχος του 75% ή 85% μεταλλάξεων ελληνικού πληθυσμού

Με τη συγκεκριμένη μοριακή ανάλυση πραγματοποιείται έλεγχος είτε του 75% είτε του 85% των μεταλλάξεων που εμφανίζονται στον ελληνικό πληθυσμό.

  • Πλήρης έλεγχος μεταλλάξεων κυστικής ίνωσης


Με τη συγκεκριμένη μοριακή ανάλυση εφαρμόζουμε την πλέον σύγχρονη μεθοδολογία στην ανάλυση DNA, την αλληλούχιση DNA «νέας γενιάς» (NGS) για την ανίχνευση μεταλλάξεων της κυστικής ίνωσης. Με την αξιοπιστία της NGS πραγματοποιείται πλήρης έλεγχος του γονιδίου της κυστικής ίνωσης και κατά συνέπεια, ελέγχεται το σύνολο των μεταλλάξεων που συστήνονται από το  American College Medical Genetics και το American Congress of Obstetricians and Gynecologists. Επιπρόσθετα, ελέγχονται οι 160 μεταλλάξεις που περιέχονται στη βάση δεδομένων CFTR2.org και σχεδόν το σύνολο των μεταλλάξεων που έχουν ταυτοποιηθεί στον ελληνικό πληθυσμό, με την ευαισθησία της μεθόδου να ανέρχεται στο 99,6%.

  • Έλεγχος οικογενούς μετάλλαξης


Σε περιπτώσεις ύπαρξης οικογενούς μετάλλαξης πραγματοποιείται έλεγχος μόνο της συγκεκριμένης μετάλλαξης ώστε να δωθεί αρτιότερη γενετική συμβουλευτική.

Σε ποιους συνιστάται ο έλεγχος;

Ο έλεγχος μεταλλάξεων κυστικής ίνωσης συνιστάται:

  • Σε πάσχοντα άτομα, συγγενείς τους και γενικότερα άτομα με κλινικά συμπτώματα ενδεικτικά της κυστικής ίνωσης
  • Σε δότες γαμετών (ωαρίων/σπέρματος) και ζευγάρια υποψήφια για εξωσωματική γονιμοποίηση (IVF)
  • Σε άτομα με υπογονιμότητα
  • Σε γυναίκες που βρίσκονται σε εγκυμοσύνη και εμφανίζουν υπερηχογραφικά ευρήματα σχετιζόμενα με κυστική ίνωση.

Οι θεραπείες

Η θεραπεία της κυστικής ίνωσης είχε μέχρι πρόσφατα ως στόχο να αντιμετωπίσει τα συμπτώματά της στα διάφορα όργανα του σώματος. Ειδικότερα η εκάστοτε φαρμακευτική επιλογή επιχειρούσε να μειώσει τις βρογχικές εκκρίσεις και να τις ρευστοποιήσει μέσω βρογχοδιασταλτικών και βλεννολυτικών φαρμάκων, αλλά και με αναπνευστική φυσικοθεραπεία, να θεραπεύσει λοιμώξεις με αντιβιοτική αγωγή και στην καλύτερη περίπτωση να τις προλάβει μέσω του εμβολιασμού για τη γρίπη και τον πνευμονιόκοκκο, να μειώσει τη φλεγμονή στους αεραγωγούς με μακροχρόνια φαρμακευτική αγωγή και να βοηθήσει τη θρέψη μέσω τροφών πλούσιων σε λιπαρά, αλλά και μέσω της χορήγησης παγκρεατικών ενζύμων και λιποδιαλυτών βιταμινών.

Από το 2019 όμως με την κυκλοφορία ενός νέου φαρμάκου στις ΗΠΑ και από το 2020 και στην Ευρώπη, το οποίο καλύπτει το 90% των ασθενών παγκοσμίως, η νόσος μπορεί ακόμη και να «παγώσει», καθώς αυξάνει θεαματικά την αναπνευστική ικανότητα των ασθενών και μπορεί να τους οδηγήσει και εκτός της λίστας των μεταμοσχεύσεων. Σε κάθε περίπτωση, η έγκαιρη διάγνωση είναι πολύ σημαντική για την όσο το δυνατό αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση της κυστικής ίνωσης, τη βελτίωση της ποιότητας ζωής των παιδιών και βέβαια τη βελτίωση της πρόγνωσης. Με την εξέλιξη των θεραπειών άλλωστε δημιουργούνται συνεχώς νέα δεδομένα προς όφελος των ασθενών.